Translate

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Η γέννηση του πρώτου δημοκρατικού πολιτεύματος (ντοκιμαντέρ με ελληνικούς υπότιτλους)

Αθήνα. Ο καθηγητής Άντριου Γουάλας-Χάντριλ μας ταξιδεύει σε πανέμορφες τοποθεσίες στην Ελλάδα και την Ιταλία για να ανακαλύψει πώς, 2500 χρόνια πριν, η Αθήνα γέννησε την ιδέα μιας πόλης που διοικούνταν από ελεύθερους πολίτες.

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Γιώργος Γεραλής - Τα μάτια της Κίρκης

Γυναίκα.

Ήταν στο δώμα. Κάτω, η θάλασσα κοιμότανε,
λευκή στο φεγγαρόφωτο και στους ατμούς,
μια νιότη όπως ο θάνατος αιώνια.
Εκεί, με τα μεγάλα μάτια της κλειστά
πεισματικά, θαρρείς για να κρατήσει
φυλακισμένο το όνειρο,
η Κίρκη με περίμενε. Κορμί ντυμένο
μόνο με την αρμύρα του νερού,
της γης την άχνη, του καιρού το ρίγος,
παιδική σάρκα σφριγηλή, αφημένη στο άγνωστο.
Το πόσο περπατήσαμε ο ένας του άλλου
τη μοναξιά, διαβαίνει η πίκρα και το παίρνει.
Κι ο Έρωτας έχει πάντα ένα σκυμμένο πρόσωπο
όταν κοιτάει στη χώρα της ανάμνησης,
ψάχνοντας για μια κίνηση, για μια γραμμή,
για έναν ίσκιο πνιγμένο, για ένα θρόισμα,
ζώντας ξανά το μυστικό κύμα, ανεβαίνοντας
την ερημιά.

Μα ωστόσο, η Κίρκη
ήταν εκεί, ταξιδεμένη απ’ τις αγρύπνιες μου
χρόνια και χρόνια, ήταν εκεί και με περίμενε,
παιδική σάρκα, οδυνηρά μεγαλωμένη
στου αγνώστου το καρτέρεμα.

Σκύβοντας, ήπια,
πρώτα, νερό απ’ τα χείλη της. Το καλοκαίρι
τραγουδούσε βαθιά μέσα στις φλέβες
το κομμένο τραγούδι του. Περιπλανήθηκα
ώρα πολλή στη σκοτεινή της γη, κοιτώντας
παράφορα τα κλεισμένα ματόφυλλα, κρούοντας τις πύλες
του μέσα κόσμου της, μιλώντας
τα λόγια που είναι σαν φτερά.

Μα η Κίρκη,
με το κορμί αφημένο στην πρωτόγνωρη αίσθηση,
με την πηγή της ανοιχτή στη βαριά δίψα μου,
κρατούσε πάντα στα θαυμάσια βύθη κάποιον ουρανό
φυλακισμένο, κι ένα φως που τρέμιζε άχραντο
στα απροσπέλαστα δάση. Μοναχή σα να ταξίδευε
με το ζεστό πουλί της αναπνιάς, ξένη κι ολόδική μου.

Είναι μακριά
τώρα το καλοκαιρινό νησί, η χαρά που πέτρωσε,
είναι μακριά και το κορμί της Κίρκης, η γιορτή
του πάθους πάνω από τη θάλασσα, κοντά
στην αιώνια νιότη.
Και στις μεγάλες κάμαρες γυρίζουν
τώρα τα μάτια της ολάνοιχτα, ξεκομμένα απ’ το σώμα.
Ανάβουνε μικρές φωτιές μέσα στα χέρια μου,
παίζουνε πίσω απ’ τα παραπετάσματα,
τυραννούνε τις νύχτες μου, απρόσιτα άστρα.
Ανατέλλουν στη ρέμβη μου, βασιλεύουν στα δάκρυά μου,
μοίρα από φως και σκοτάδι, πικρή και ανεξήγητη,
σαν τη μοίρα της ποίησης,
που αγρυπνάει
στην ψυχή μου.

Διαβάστε επίσης: Γιώργος Γεραλής